γαζώνω


γαζώνω
[газоно] р. стегать, строчить на материи,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γαζώνω" в других словарях:

  • γαζώνω — γαζώνω, γάζωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γαζώνω — [γαζί] 1. κάνω το γαζί, κεντώ 2. σκοτώνω κάποιον με ριπή σφαιρών …   Dictionary of Greek

  • γαζώνω — γάζωσα, γαζώθηκα, γαζωμένος 1. ράβω στη ραπτομηχανή: Γάζωσα πολλά ρούχα από το πρωί. 2. μτφ., χτυπώ με πολυβόλο: Οι κακοποιοί γάζωσαν το φύλακα του εργοστασίου. 3. μτφ., πειράζω, κοροϊδεύω κάποιον χωρίς να το αντιλαμβάνεται: Οι συμμαθητές του τον …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγάζωτος — η, ο [γαζώνω] ο μη γαζωμένος …   Dictionary of Greek

  • γάζωμα — το [γαζώνω] 1. το γαζί 2. η πράξη του γαζώματος, το να γαζώνει κανείς …   Dictionary of Greek

  • γαζωτός — ή, ό [γαζώνω] 1. ραμμένος με γαζί, γαζωμένος 2. κεντητός …   Dictionary of Greek

  • κορδελιάζω — [κορδέλα] 1. ράβω στην άκρη υφάσματος ή δέρματος κορδέλα, ρελιάζω 2. γαζώνω υποδήματα, ράβω υποδήματα με τη μηχανή …   Dictionary of Greek

  • κορδελιάζω — κορδέλιασα, κορδελιάστηκα, κορδελιασμένος 1. στο άκρο υφάσματος ή δέρματος ράβω κορδέλα, ρελιάζω. 2. γαζώνω υποδήματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)